ΜΑΡΙΟΣ ΠΙΕΡΗΣ
Κέρκυρα 1776 - Φλωρεντία 1852

O Μάριος Πιέρης, ήταν ποιητής και συγγραφέας. Γόνος κερκυραϊκής οικογένειας ευγενών, μπορούσε με άνεση να μιλά και να γράφει ελληνικά, γαλλικά και ιταλικά. Αγαπούσε τη μουσική, το θέατρο, παρακολουθούσε συχνά παραστάσεις στο θέατρο San Giacomo της Κέρκυρας,  ενώ από τη λογοτεχνία ξεχώριζε ως αγαπημένο του τον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου. Σπούδασε, όπως ο Ι. Καποδίστριας και ο Α. Μουστοξύδης, στην Ιταλία, στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα.

Ταξίδεψε σε πόλεις της Ιταλίας όπου γνώρισε σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Ugo Foscolo. Συμμετείχε στις συναθροίσεις στο φιλολογικό σαλόνι της Ισαβέλλας Θεοτόκη  στη Βενετία, όπου γνώρισε τον ποιητή Ippolito Pindemonte (1753-1828), τον νεοκλασικιστή λογοτέχνη Vincenzo Monti (1754-1828), και τον μετέπειτα δάσκαλο και μέντορά του, τον σπουδαίο Melchiore Cesarotti (1730-1808). Δίπλα τους θα κάνει τα πρώτα του βήματα στο χώρο της ποίησης. Αργότερα, σε μια από αυτές τις συναντήσεις θα γνωρίσει και τον λόρδο Βύρωνα.

Η είδηση της κατάληψης των Επτανήσων από τους Γάλλους Δημοκρατικούς το 1797, τον ενθουσιάζει και αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα, μαζί με την αγαπημένη του φίλη Μαρία Πετρεττίνη και τον αδελφό της Σπυρίδωνα. Θα παραμείνει στην Κέρκυρα έως το 1803. Εκεί, θα συμμετάσχει στην ίδρυση της «Εταιρίας των Φίλων» (Societa degli Amici), μαζί με τους Α. Μουστοξύδη, Ν. Δελβινιώτη, Δ. Αρλιώτη και «εκείνη την ψυχή, [την] ευλογημένη», τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον αδελφό του Αυγουστίνο. Την ίδια εποχή, μαζί με τον Ανδρέα Μουστοξύδη, συμμετέχει στην έκδοση της Gazzetta Urbana (1802). Ο Ιωάννης Καποδίστριας εκτιμά ιδιαίτερα τον Μάριο Πιέρη και τον ορίζει προσωπικό του γραμματέα, όταν ο ίδιος υπηρετούσε ως Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας. Όμως ο Pieri, παρότι επιθυμεί να στηρίξει το έργο της Επτανήσου Πολιτείας, αναγκάζεται να φύγει σύντομα για την Ιταλία, ως συνοδός της Μαρίας Πετρεττίνη, την οποία ταλαιπωρεί ένα θέμα υγείας.

Από το 1804, θα ταξιδεύει σε πόλεις της Ιταλίας, με σκοπό, κυρίως, τη μελέτη και την έκδοση των έργων του. Το ποίημά του Canzone al Petrarca per la Restaurazione del Regno dItalia (1805) τον βοηθά να πάρει το 1808 τη θέση του Καθηγητή Φιλολογίας στο Λύκειο του Treviso. Διδάσκει Ιστορία και Λογοτεχνία, ενώ από το 1816 φαίνεται να εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα. Η νοσταλγία για την πατρίδα όμως, τον οδηγεί να αποζητά συχνά την συντροφιά των παλιών φίλων. Συναντά τον Α. Μουστοξύδη στην Φλωρεντία και στο Μιλάνο, συμμετέχει στις συγκεντρώσεις που διοργανώνει η Ισαβέλλα Θεοτόκη στη Βενετία, βλέπει την Έλενα Αρμένη-Μοτσενίγο στη Νάπολη και ρωτά με αγωνία τον Ιωάννη Καποδίστρια «πότε θα επιστρέψω επιτέλους στην Κέρκυρά μου;», όταν ο Καποδίστριας κάνει στάση στην Ιταλία, το 1808, στην πορεία του για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820, συνταξιοδοτείται από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα και συνεχίζει τις εσωτερικές μετακινήσεις, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο. Τον Αύγουστο του 1823 αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Φλωρεντία και αρχίζει να συχνάζει στο Gabinetto Vieusseux, σημείο συνάντησης φιλελλήνων: μελετά, ενημερώνεται, συζητά για την Ελλάδα και αρθρογραφεί στο περιοδικό Antologia.

Το 1824, ο Δ. Ρώμας του μεταφέρει την σκέψη του Κόμη Γκύλφορδ να αναλάβει ο Πιέρης μια από τις έδρες στην νεοϊδρυθείσα Ιόνιο Ακαδημία. Όμως, το ταξίδι της επιστροφής θα καθυστερήσει περισσότερο από δέκα χρόνια. Θα παραμείνει στην Ιταλία και θα αφιερωθεί στην μελέτη, με αποτέλεσμα την συγγραφή του σημαντικότερου ίσως έργου του, της ιστορίας της Επανάστασης 1740-1824. Το 1836 καταφέρνει τελικά να επισκεφθεί την Κέρκυρα, και ξανά την επόμενη χρονιά για λίγο καιρό. Κατά την δεύτερη επίσκεψή του, γνωρίζει τον Ανδρέα Κάλβο και λυπάται που δεν πρόφτασε να γνωρίσει και τον Διονύσιο Σολωμό, τον οποίο παρομοιάζει με τους Ιταλούς Δάντη και Πετράρχη. Επιστρέφει και πάλι στην Φλωρεντία, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1852. Ετάφη στο Ορθόδοξο Ελληνικό Κοιμητήριο του Λιβόρνο.

noimage_prosopa_2

“Φτώχια, Ελευθερία, Ήθος, Σοφία, μου κάνουν αγνή και γλυκιά συντροφιά.”

Αναπολώντας μια ονειρική πατρίδα

Ο Μάριο Πιέρη παρακολούθησε την Ελληνική Επανάσταση από απόσταση. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε από το να συμπάσχει με τους πρωταγωνιστές, να συγκινηθεί από τις δυσκολίες τους και να ταχθεί στο πλευρό τους πολεμώντας με την πένα του.

Η καταστροφή των Ψαρών τον ώθησε να γράψει, για τους αγώνες και τις θυσίες των Ελλήνων, ώστε  να φτάσει σε ολόκληρη την Ευρώπη η εικόνα της μαχόμενης Ελλάδας, το θάρρος των επαναστατών, τα πάθη της πατρίδας του.

«Μα γιατί εμείς οι Έλληνες μένουμε ακόμη μακριά από το θέατρο της εθνικής δόξας; Δεν έχω ούτε τα μέσα, ούτε την βοήθεια των όπλων, ούτε τα χρήματα να προσφέρω στην πατρίδα, ούτε να την υπηρετήσω με την πένα μου που δεν ξέρει να χρωματίζει τις σκέψεις μου παρά μονάχα ιταλικά. Ούτε είναι δυνατό, άνθρωπος πενηντάρης τώρα, να μεταβληθώ σε Έλληνα συγγραφέα. Θα σταθώ λοιπόν, κοντά της, με τον καλύτερο τρόπο που μπορώ.» Αυτός ο τρόπος, ήταν να αντλήσει πληροφορίες από γαλλικά περιοδικά, βιβλία- ιδίως τα έργα του François Pouqueville-, ευρωπαϊκές εφημερίδες που περιγράφουν  τον αγώνα των Ελλήνων και να προχωρήσει στη συγγραφή του έργου του Compendo delle storia del Risorgimento della Grecia, dal 1740 al 1824, Italia, 1825.

Το 1827, η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας τον γεμίζει χαρά και αισιοδοξία: «Είμαι ευχαριστημένος από τη ζωή μου και παρακαλώ τον Θεό να με κρατήσει ως το τέλος έτσι χωρίς πλούτη επικίνδυνα και χωρίς φτώχεια εξαθλιωμένη και να μπορέσω να πεθάνω στον τόπο ιερό έδαφος της πατρίδας μου, ξαναγεννημένης». Όμως αυτή η χαρά καταποντίστηκε με την είδηση της δολοφονίας του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια:

«Στην αρχή, έμεινα σαν χαμένος εκτός του εαυτού μου. Όταν συνήλθα, φώναζα, περπατώντας σαν τρελός στα δωμάτια : Ω Έλληνες, Έλληνες, γίνετε τουλάχιστον Έθνος πρώτα, αληθινά ελεύθεροι και μεγάλοι, ισχυροί και έπειτα αγνώμονες. Και θυμηθείτε πως οι ένδοξοι πρόγονοί σας, βέβαια, φέρονταν πολλές φορές με την ίδια αγνωμοσύνη, αλλά τουλάχιστον σύμφωνα με τους νόμους κι όχι με το έγκλημα και την προδοσία. […] Τώρα τι θ’ απογίνει η Ελλάδα με τις διχόνοιες, που επικρατούν εκεί;  Χωρίς άλλο θα πουν, πως η Ελλάδα δεν ξέρει να είναι ελεύθερη και πως της άξιζε τόσους αιώνες να είναι δούλη.»

Όταν επισκέπτεται την Κέρκυρα (1836, 1837), πηγαίνει στην Ι. Μ. Πλατυτέρας να αποτίσει φόρο τιμής στον τάφο του φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια : «Έκλαια και δάκρυζα απάνω σ’ εκείνο το μνήμα, το αγαπημένο, του πιο ενάρετου ανθρώπου της εποχής μας και πιο αγνού φίλου μου, και αισθανόμουν πιο αλαφρωμένος». Ο Βιάρος Καποδίστριας, του ζητά να γράψει τη βιογραφία του αδελφού του, για τον σκοπό αυτό τού στέλνει σημαντικά έγγραφα, αλλά ο Πιέρης αρνείται να αναλάβει αυτό το μεγάλο έργο και προτείνει τον Ανδρέα Μουστοξύδη. Τελικά, από τους Κερκυραίους φίλους του Κυβερνήτη μια σύντομη βιογραφία του θα γράψει ο Δ. Αρλιώτης.