ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ
Κέρκυρα 1778-1865

Ο Ιωάννης-Βαπτιστής Θεοτόκης, του οικογενειακού κλάδου των λεγόμενων Νταβιάτζο, γενάρχης των πολιτικών Θεοτόκη που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Ελλάδας κατά τον 19ο και 20ο αι., γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778. Από πολύ μικρός ακολουθούσε τον πατέρα του που υπηρετούσε στον βενετικό στρατό, πρώτα στη Βενετία και μετά στο Βουθρωτό.

 

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Ιωάννη-Βαπτιστή ξεκίνησε το 1792, όταν ήταν μόλις 14 ετών. Την περίοδο των Δημοκρατικών Γάλλων στα Επτάνησα (1797), από τις αρχές των οποίων επηρεάστηκε, χρημάτισε διερμηνέας. Στην περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807) υπηρέτησε στον Επτανησιακό στρατό από διάφορες θέσεις. Έτσι γνώρισε καλύτερα τον Ιωάννη Καποδίστρια, και σύντομα κέρδισαν τον θαυμασμό του οι πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες. Η δεύτερη γαλλική κατοχή των Επτανήσων από τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄, οδήγησε τον Ιωάννη-Βαπτιστή Θεοτόκη να εγκαταλείψει την στρατιωτική του καριέρα και να ασχοληθεί, ανεπιτυχώς, με το εμπόριο. Η οικονομική καταστροφή τον ανάγκασε να πουλήσει κάποια κτήματα και να αναζητήσει δουλειά. Βρήκε θέση στο Ενεχυροδανειστήριο της Κέρκυρας, όπου παρέμεινε ως το 1815. Στο μεταξύ, παντρεύτηκε την Αγγελική Μάρμορα, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας, και δημιούργησαν μαζί μια πολυμελή οικογένεια. Μυήθηκε στην Τεκτονική Στοά της Κέρκυρας και απέκτησε επαφές με μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Ιωάννη-Βαπτιστή Θεοτόκη θα γίνουν ξεκάθαρες με την έκρηξη της Επανάστασης: ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας του, τον οδήγησε να στηρίξει έμπρακτα την υπόθεση της απελευθέρωσης των Ελλήνων.

 

Στις 15 Νοεμβρίου του 1821, αψηφώντας τις απαγορεύσεις της βρετανικής Διοίκησης αναχώρησε κρυφά από την Κέρκυρα, στα 43 του χρόνια, με τελικό προορισμό την εξεγερμένη Πελοπόννησο. Παραβρέθηκε στις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης στην Πιάδα-Νέα Επίδαυρο της Αργολίδας, και συνδέθηκε φιλικά και πολιτικά με τον Ιωάννη Κωλέττη. Σύντομα του δόθηκε η ευκαιρία να υπηρετήσει ως Γενικός Γραμματέας στα «Μινιστέρια» Εσωτερικών και Πολέμου. Η σημαντικότερη θέση που ανέλαβε κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, ήταν εκείνη του Υπουργού Δικαιοσύνης (Ιούλιο 1824 – Αύγουστο 1825), από την οποία κατάφερε να εκσυγχρονίσει το δικαστικό σύστημα, προωθώντας μια πολιτική ενιαίου Δικαίου και ισότητας όλων των Ελλήνων απέναντι στο Νόμο. Η διαφωνία του στην «Πράξη Προστασίας» προς την βρετανική κυβέρνηση αποτέλεσε αφορμή για να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και για ένα διάστημα φυλακίζεται. Η βαθύτερη επιθυμία του Ιωάννη-Βαπτιστή Θεοτόκη ήταν να επιτευχθεί μια ανεξάρτητη διακυβέρνηση της χώρας υπό την ηγεσία του συμπατριώτη του, κόμη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η σχέση του με τον Ιωάννη Καποδίστρια έδωσε την δυνατότητα στον Ι.-Β. Θεοτόκη να διοριστεί, το 1828, Πολιτικός Διοικητής του Ναυπλίου. Σύντομα όμως, ο Κυβερνήτης τον έπαυσε από τα καθήκοντά του, αφού διαπίστωσε ότι προχώρησε σε κάποιες ενέργειες εν αγνοία του. Η σχέση των δύο ανδρών ήρθε σε ρήξη και ο Θεοτόκης στράφηκε στον Ιωάννη Κωλέττη. Από το 1830 ανέλαβε ξανά μια σειρά από δημόσιες θέσεις: δικαστής Εφετείου Αιγαίου, Διοικητής Βορείων Σποράδων και αργότερα Τήνου, Ευβοίας, ενώ το 1844 διορίστηκε Γερουσιαστής. Επέστρεψε στη γενέτειρά του το 1857 για λόγους υγείας. Πέθανε στην Κέρκυρα το 1865.

Θεοτόκης

“Κάνετε τις απαραίτητες ενέργειες για να μπορέσει να έρθει ο συνετός αυτός Άνδρας στην Ελλάδα!”

Δείτε ακόμη:
Ένας Επτανήσιος αγωνιστής της Επανάστασης: Ιωάννη Βαπτιστής Θεοτόκης

Επτανήσιοι στον Αγώνα

Ήδη από τα χρόνια που προηγήθηκαν της Επανάστασης, τα νησιά του Ιονίου είχαν γίνει πολλές φορές καταφύγιο για Αγωνιστές που ήθελαν να αποφύγουν τις οθωμανικές αρχές, ή για άμαχο πληθυσμό που έφτασε στα Επτάνησα μετά την καταστροφή των εστιών του. Πολλοί βοήθησαν στην περίθαλψη και τη στέγαση των προσφύγων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Σούλι, την Πάργα αλλά και αργότερα, μετά την Επανάσταση, το Μεσολόγγι και άλλες επαναστατημένες περιοχές.

 

Τα Επτάνησα από το 1814 βρίσκονταν κάτω από αγγλική κυριαρχία. Με την κήρυξη της Επανάστασης, η αγγλική διοίκηση τις 7 Ιουνίου 1821, δημοσίευσε προκήρυξη με την οποία «Διορίζονται όλοι οι υπήκοοι Ιόνιοι να μην πάρουν κανένα μέρος, μήτε εις βοήθειαν μήτε εναντίον, ούτε του ενός ούτε του άλλου από τους πολεμούντας, είτε δια θαλάσσης είτε διά ξηράς». Ωστόσο πολλοί αψήφησαν τις απαγορεύσεις και έσπευσαν να συνδράμουν τον Αγώνα, στέλνοντας χρήματα, πολεμοφόδια αλλά και συμμετέχοντας στις εχθροπραξίες, όπως στη μάχη του Λάλα το 1821 και του  Πέτα το 1822.

 

Αλλά και στην πολιορκία της Ακρόπολης το 1826 οι Επτανήσιοι ήταν παρόντες. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1826, ο Μαμούρης, επικεφαλής ενός σώματος Επτανησίων, αποβιβάστηκε στο Φάληρο και ξεκίνησε νυκτερινή πορεία με προορισμό την Ακρόπολη. Οι πολιορκημένοι είχαν άμεση ανάγκη από ενισχύσεις, αφού η φρουρά μετά από τις λιποταξίες και τις εξόδους είχε αποδυναμωθεί. Μόλις όμως βγήκε η σελήνη, το σώμα τού Μαμούρη δείλιασε, υποχώρησε προς την ακτή και επέστρεψε στην Σαλαμίνα από όπου είχε ξεκινήσει. Και η δεύτερη απόπειρα των Επτανησίων να εισέλθουν στην Ακρόπολη απέτυχε. Αυτή την φορά οι Επτανήσιοι έχασαν 30 άνδρες από το στρατό του Κιουταχή, ο οποίος βρισκόταν σε επιφυλακή και τους αντιλήφθηκε κρυμμένους στην περιοχή Καράς (Καρέας). Το ιππικό τους κατεδίωξε και τους απέτρεψε από το εγχείρημά τους, έπειτα από σκληρή μάχη. Ξεχώρισε για την ανδρεία του ο Αθανάσιος Λελούδας από την Ιθάκη με τους 22 άνδρες του, οι οποίοι για μία ολόκληρη μέρα κατάφεραν να αποκρούσουν το Τουρκικό ιππικό από τα πρόχειρα ταμπούρια που είχαν φτιάξει και στο τέλος μόλις έπεσε η νύχτα ξέφυγαν προς την ασφάλεια των Ελληνικών πλοίων που περιπολούσαν κοντά στην παραλία.